ἀσκότονοι
ἀσκότονοι κυνορραῖσται, κρότωνες, Hsch. ἀσκουρῶτις· ἄ<ρ>κτος ἡ (cod. ἢ) μικρά Id.
{ "headword": "ἀσκότονοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n16302", "citations": [], "senses": [], "key": "a)sko/tonoi", "type": "gloss" }