ἀρτιχείλης
ἀρτιχείλης ὑπερέχων τοῖς χείλεσιν, ὑπόμακρος, Hsch.
{ "headword": "ἀρτιχείλης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n15722", "citations": [], "senses": [], "key": "a)rtixei/lhs", "type": "gloss" }