ἀραδήσει
ἀραδήσει θορυβήσει, ταράξει, and ἀράδηται· κεκόνηται (prob. -κίν-) , συγκέχυται, Hsch.; cf. ἄραδος.
{ "headword": "ἀραδήσει", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n14660", "citations": [], "senses": [], "key": "a)rad<h/s>ei", "type": "gloss" }