ἀπρονόμευτος
ἀπρονόμευτος οὐ πρυτανευθείς· ἀπρονομή (sic) γὰρ ἡ ἐπὶ τῆς χώρας ἁρπαγή, Hsch.
{ "headword": "ἀπρονόμευτος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n14442", "citations": [], "senses": [], "key": "a)prono/meutos", "type": "gloss" }