ἀπόληρος
ἀπόληρος ἡ τοῦ θανάτου γραφή ( Tarent.), Hsch.
{ "headword": "ἀπόληρος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n13067", "citations": [], "senses": [], "key": "a)po/lhros", "type": "gloss" }