ἀβολαία
ἀβολαία ( -βαλ- cod.) · συγγραφή, ὁμολογία, Hsch. ἀβολεῖς· περιβολαί (Sicel.), Hsch.
{ "headword": "ἀβολαία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n129", "citations": [], "senses": [], "key": "a)bolai/a", "type": "main" }