ἀπεσκληρυμμένως
ἀπεσκληρυμμένως, Adv., ( ἀποσκληρύνω) , ἀ. ἔχων,ἀπεσκληκώς, AB 422.
{ "headword": "ἀπεσκληρυμμένως", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n11982", "citations": [], "senses": [], "key": "a)pesklhrumme/nws", "type": "main" }