ὠβάλλετο
ὠβάλλετο διωθεῖτο, Hsch. ὠβάτας· τοὺς φυλέτας, Id. ( ὠβάτους cod.); cf. ὠβά.
{ "headword": "ὠβάλλετο", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n116039", "citations": [], "senses": [], "key": "w)ba/lleto", "type": "gloss" }