ψιττία
ψιττία ψωμία, Ἀττικοί, Hsch. ψιφά· ἑψιτὰ λεπτά, Id. ψιφαῖον· ἱστίον, ὁτὲ δὲ ψίαθος, ἢ μικρὸν ὀρνιθάριον, Id.
{ "headword": "ψιττία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n115778", "citations": [], "senses": [], "key": "yitti/a", "type": "gloss" }