χλωρικός
χλωρικός, ή, όν, perh. f.l. for χωρικός, ἀρτεμισία PMag.Par. 1.914.
{ "headword": "χλωρικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n114219", "citations": [], "senses": [], "key": "xlwriko/s", "type": "main" }