ἀπανιζόμενοι
ἀπανιζόμενοι ξηραινόμενοι, Hsch.
{ "headword": "ἀπανιζόμενοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n11402", "citations": [], "senses": [], "key": "a)panizo/menoi", "type": "gloss" }