χερδαμός
χερδαμός λίθος πληρῶν τὴν χεῖρα, Hsch. (i.e. χερμάδιος).
{ "headword": "χερδαμός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n113785", "citations": [], "senses": [], "key": "xerdamo/s", "type": "gloss" }