χελιδόνειος
χελιδόνειος, ον, v. χελιδόνιος.
{ "headword": "χελιδόνειος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n113729", "citations": [], "senses": [], "key": "xeli_do/neios", "type": "main" }