χείρων
χείρων, ὁ, ἡ, neut. χεῖρον, gen. -ονος, acc. -ονα: nom. and acc. pl. χείρονες, -ας, χείρονα, contr. in Att. Prose χείρους, χείρω; dat. χείροσι, poet. χειρόνεσσι Pi. N. 8.22:—(for Ep. form χερείων, poet. χειρότερος, χερειότερος, v. sub vocc.):—irreg. Comp. of κακός: ( χείρων from *χερ-yων, cf. χερείων):