χειματικός
χειματικός, ή, όν, late form for χειμέριος, Sch. Opp. H. 3.459.
{ "headword": "χειματικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n113541", "citations": [], "senses": [], "key": "xeima^tiko/s", "type": "main" }