χαραμός
χαραμός ἡ τῆς γῆς διάστασις, οἷον χηραμός ( χιρ- cod.), Hsch.
{ "headword": "χαραμός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n113370", "citations": [], "senses": [], "key": "xaramo/s", "type": "gloss" }