χαραμβαλιαστύς
χαραμβαλιαστύς γέλως ὁ μετὰ παιδιᾶς, Hsch. (post χρᾷν); leg. κραμ-, q.v.
{ "headword": "χαραμβαλιαστύς", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n113369", "citations": [], "senses": [], "key": "xarambaliastu/s", "type": "gloss" }