Φοινικόστολος
Φοινικόστολος, ον, epith. of ἔγχεα, i.e. ἔγχεα τοῦ τῶν Φοινίκων στόλου, Pi. N. 9.28.
{ "headword": "Φοινικόστολος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n111991", "citations": [], "senses": [], "key": "foini_ko/stolos", "type": "main" }