φαμιλιαρικός
φαμιλιαρικός, ή, όν, = sq., Edict.Diocl. 26.31; also φαμελ- ib. 10, al.; φαμηλ- MAMA 3.100 ( Diocaesarea).
{ "headword": "φαμιλιαρικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n110225", "citations": [], "senses": [], "key": "fa^mi^liariko/s", "type": "main" }