φαλακτόνοιο
φαλακτόνοιο εἶδος ἱέρακος, Hsch.; cf. φαβοκτόνος.
{ "headword": "φαλακτόνοιο", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n110178", "citations": [], "senses": [], "key": "falakto/noio", "type": "gloss" }