ὑστερέω
ὑστερέω, fut. -ήσω LXX Ps. 83(84).12, al.: aor. ὑστέρησα (freq. with v.l. ὑστέρισα) Hdt. 1.70, etc.: pf. ὑστέρηκα D.S. 15.47, Ep.Hebr. 4.1: plpf. ὑστερήκειν Th. 3.31:— Pass., aor. ὑστερήθην 2 Ep.Cor. 11.9, J. AJ 15.6.7: ( ὕστερος):—