τρυφάλη
τρυφάλη περικεφαλαία, τρεῖς ἔχουσα λαμπροὺς ἀστέρας, ἢ ἥλους, Hsch. τρυφαλίς, v. τροφαλίς.
{ "headword": "τρυφάλη", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n105736", "citations": [], "senses": [], "key": "trufa/lh", "type": "gloss" }