τρυγαβόλια
τρυγαβόλια εἰς ἃ καρποὺς ξηροὺς ἀπετίθεντο, Hsch.
{ "headword": "τρυγαβόλια", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n105645", "citations": [], "senses": [], "key": "trugabo/lia", "type": "gloss" }