τρόνα
τρόνα ἀγάλματα, ἢ ῥάμματα ἄνθινα, Hsch. (Cf. θρόνον I.) τρόνοι· στύππιοι, στήμων, ἁρπεδόνη, ἄτρακτος, Id.
{ "headword": "τρόνα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n105498", "citations": [], "senses": [], "key": "tro/na", "type": "gloss" }