τοάκης
τοάκης χιτὼν σχιστός, Hsch. τόβλικος· κρουματίου μίμησις, Id. τογέρα· μοιχός, λαλαχός, Id.
{ "headword": "τοάκης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n104152", "citations": [], "senses": [], "key": "toa/khs", "type": "gloss" }