τιθηνόκομον
τιθηνόκομον γένος· τοὺς Αἰθίοπας, ἐπεὶ μέλανες καὶ κομῆται ( μελανὶς καὶ κομήτις cod.), Hsch.: also τιθωνόκομον· ἔθνος μέλαν μὲν τὸ ὅλον σῶμα, λευκὸν δὲ τὰς κόμας, Id.
{ "headword": "τιθηνόκομον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103933", "citations": [], "senses": [], "key": "ti^qhno/komon", "type": "main" }