τιάλλακτον
τιάλλακτον ( τη- cod., extra ordinem)* Σέλευκος παρὰ Ἐπαινέτῳ ἔμβαμμά τι, Hsch.
{ "headword": "τιάλλακτον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103888", "citations": [], "senses": [], "key": "tia/llakton", "type": "main" }