τεωρεῖς
τεωρεῖς δραπέται, κακοῦργοι, λῃσταί, Hsch. τέωρος· συκοφάντης καὶ τὰ ὅμοια, Id.; cf. τέναρος.
{ "headword": "τεωρεῖς", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103739", "citations": [], "senses": [], "key": "tewrei=s", "type": "gloss" }