τέρυ
τέρυ ἀσθενές, λεπτόν, Hsch. τέρυας ἵππους· οὕτω λέγονται ὅσοι ἀδδηφάγοι εἰσί. ἔνιοι τοὺς ἀσθενεῖς, Id. τερύνης· τετριμμένος ὄνος, καὶ γέρων, ἢ δυσανάληπτος γέρων, Id. τερύσκ-εται· νοσεῖ, φθίνει, and τερμόν-ετο· ἐτείρετο, Id.
No short def.
Headword (normalized):
τέρυ
Headword (normalized/stripped):
τερυ
Intro Text:
τέρυ ἀσθενές, λεπτόν, Hsch. τέρυας ἵππους· οὕτω λέγονται ὅσοι ἀδδηφάγοι εἰσί. ἔνιοι τοὺς ἀσθενεῖς, Id. τερύνης· τετριμμένος ὄνος, καὶ γέρων, ἢ δυσανάληπτος γέρων, Id. τερύσκ-εται· νοσεῖ, φθίνει, and τερμόν-ετο· ἐτείρετο, Id.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103201
No citations.
{
"headword": "τέρυ",
"urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103201",
"citations": [],
"senses": [
{
"label": null,
"definition": "Τε]ρφεῖος, ὁ, a month at Mytilene or Eresus, Inscr.Magn. 52.38 (restored by Bechtel Aeol. 62).",
"urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103201-n0",
"citations": [],
"children": []
}
],
"key": "te/ru",
"type": "gloss"
}