τερρατόν
τερρατόν ἔσχατον, ἡδύ, τερπνόν, Hsch. τερρητόν· τριήρης, Id. (Perh. Aeol.)
{ "headword": "τερρατόν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103193", "citations": [], "senses": [], "key": "terrato/n", "type": "gloss" }