τερίκαρπον
τερίκαρπον μεγαλόκαρπον, Hsch. τερίμη· τάφρος, Id. (Perh. cf. τέρχνεα.) τερίνη· τετριμμένη (cf. τερύνης) , οἱ δὲ τερπωλή, Id. τερῖνος· τηρῶν διάνοιαν, λυπῶν, Id.
{ "headword": "τερίκαρπον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103162", "citations": [], "senses": [], "key": "teri/karpon", "type": "gloss" }