View word page
τερίκαρπον
τερίκαρπον μεγαλόκαρπον, Hsch. τερίμη· τάφρος, Id. (Perh. cf. τέρχνεα.) τερίνη· τετριμμένη (cf. τερύνης) , οἱ δὲ τερπωλή, Id. τερῖνος· τηρῶν διάνοιαν, λυπῶν, Id.

ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
τερίκαρπον
Headword (normalized):
τερίκαρπον
Headword (normalized/stripped):
τερικαρπον
Intro Text:
τερίκαρπον μεγαλόκαρπον, Hsch. τερίμη· τάφρος, Id. (Perh. cf. τέρχνεα.) τερίνη· τετριμμένη (cf. τερύνης) , οἱ δὲ τερπωλή, Id. τερῖνος· τηρῶν διάνοιαν, λυπῶν, Id.
IDX:
103389
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103162
Key:
teri/karpon

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "headword": "τερίκαρπον",
  "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n103162",
  "citations": [],
  "senses": [],
  "key": "teri/karpon",
  "type": "gloss"
}