ταρρός
ταρρός, ταρ-ρόω, ταρ-ρώδης, τάρ-ρωμα, v. ταρσός, ταρσόω, ταρσώδης, τάρσωμα.
{ "headword": "ταρρός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n102485", "citations": [], "senses": [], "key": "tarro/s", "type": "main" }