σωρείτης
σωρείτης, σωρ-ειτικός, v. σωρίτης, -ιτικός.
{ "headword": "σωρείτης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n102063", "citations": [], "senses": [], "key": "swrei/ths", "type": "main" }