σωμάλοιφος
σωμάλοιφος ὁ κατειλημμένος σώματι τὰ σκύτινα αἰδοῖα, Hsch.
{ "headword": "σωμάλοιφος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n102002", "citations": [], "senses": [], "key": "swma/loifos", "type": "gloss" }