σχενδυλόληπτοι
σχενδυλόληπτοι ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις (sic) ἀπὸ τοῦ χαλκευτικοῦ ὀργάνου, ὃ σχενδύλη λέγεται, Hsch.
{ "headword": "σχενδυλόληπτοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n101834", "citations": [], "senses": [], "key": "sxendulo/lhptoi", "type": "gloss" }