σχελυνάζει
σχελυνάζει φλυαρεῖ, Hsch. ( aor. ἐσχελύνασεν Id.).
{ "headword": "σχελυνάζει", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n101831", "citations": [], "senses": [], "key": "sxeluna/zei", "type": "gloss" }