σύστηνον
σύστηνον ἐστενοχωρημένον, τρίχινος χιτών, ἢ ῥυπαρός, Antim. 96 (ap. Hsch.).
{ "headword": "σύστηνον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n101470", "citations": [], "senses": [], "key": "su/sthnon", "type": "gloss" }