συσσοίη
συσσοίη ἡ ἀνεμπόδιστος φορά, Hsch. συσσοῦμαι, pres. inf. συνσοῦσθαι· ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι, Id.
{ "headword": "συσσοίη", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n101420", "citations": [], "senses": [], "key": "sussoi/h", "type": "gloss" }