συσκανία
συσκανία, σύσκανος, v. συσκηνία, σύσκηνος.
{ "headword": "συσκανία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n101338", "citations": [], "senses": [], "key": "suskani/a", "type": "main" }