συνναύκληρος
συνναύκληρος, ὁ, f.l. for σύγκληρος in Luc. Trag. 328.
{ "headword": "συνναύκληρος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n100707", "citations": [], "senses": [], "key": "sunnau/klhros", "type": "main" }