ἀντικάτημαι
ἀντικάτημαι, ἀντικατίζομαι, ἀντικατίστημι, Ion. for ἀντικάθ-.
{ "headword": "ἀντικάτημαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n10012", "citations": [], "senses": [], "key": "a)ntika/thmai", "type": "main" }