βαρβαρικός
βαρβαρικός
-ή, -ὁν [βάρβαρος ; bor., Eng. barbaric], foreign (not Greek), barbaric, barbarian; τὸ βαρβαρικόν (sc. στράτευμα), the barbarian (Persian) force of Cyrus.
{ "headword": "βαρβαρικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-459", "definition": "βαρβαρικός\n-ή, -ὁν [βάρβαρος ; bor., Eng. barbaric], foreign (not Greek), barbaric, barbarian; τὸ βαρβαρικόν (sc. στράτευμα), the barbarian (Persian) force of Cyrus.", "key": "barbariko/s", "type": "textpart" }