φρουρέω
φρουρέω
φρουρήσω, ἐφρούρησα, -τεφρούρημαι, ἐφρουρήθην [φρουρός
{ "headword": "φρουρέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-2531", "definition": "φρουρέω\nφρουρήσω, ἐφρούρησα, -τεφρούρημαι, ἐφρουρήθην [φρουρός", "key": "froure/w", "type": "textpart" }