τρέχω
τρέχω
δραμοῦμαι, ἔδραμον, -δεδράμηκα, -δεδράμημαι, run.
{ "headword": "τρέχω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-2388", "definition": "τρέχω\nδραμοῦμαι, ἔδραμον, -δεδράμηκα, -δεδράμημαι, run.", "key": "tre/xw", "type": "textpart" }