συντράπεζος
συντράπεζος
-ου [τράπεζα, table], table companion; see ὁμοτράπεζος.
{ "headword": "συντράπεζος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-2266", "definition": "συντράπεζος\n-ου [τράπεζα, table], table companion; see ὁμοτράπεζος.", "key": "suvtra/pezos", "type": "textpart" }