προτεραῖος
προτεραῖος
-α, -ον [πρότερος], 2γέεειἦing; τῇ προτεραίᾳ (sc. nucpa), on the day before.
{ "headword": "προτεραῖος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-2060", "definition": "προτεραῖος\n-α, -ον [πρότερος], 2γέεειἦing; τῇ προτεραίᾳ (sc. nucpa), on the day before.", "key": "proterai=os", "type": "textpart" }