πολιορκέω
πολιορκέω
πολιορκήσω, ἐπολιόρκησα, -πεπολιόρκημαι, ἐπολιορκήθην [ πόλις.
{ "headword": "πολιορκέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-1953", "definition": "πολιορκέω\nπολιορκήσω, ἐπολιόρκησα, -πεπολιόρκημαι, ἐπολιορκήθην [ πόλις.", "key": "poliorke/w", "type": "textpart" }