πλανάομαι
πλανάομαι
πλανήσομαι, πεπλάνημαι, ἐπλανήθην [πλάνη, wandering; bor., Eng. planet], wander, go astray.
{ "headword": "πλανάομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-1916", "definition": "πλανάομαι\nπλανήσομαι, πεπλάνημαι, ἐπλανήθην [πλάνη, wandering; bor., Eng. planet], wander, go astray.", "key": "plava/omai", "type": "textpart" }