πειθαρχέω
πειθαρχέω
ἐπειθάρχησα [πείθαρχος (πείθομαι, ἀρχή, rule), obedient to authority), obey, with dat.
{ "headword": "πειθαρχέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-1839", "definition": "πειθαρχέω\nἐπειθάρχησα [πείθαρχος (πείθομαι, ἀρχή, rule), obedient to authority), obey, with dat.", "key": "peiqarxe/w", "type": "textpart" }