μελετάω
μελετάω
μελετήσω, ἐμελέτησα, μεμελέτηκα [μέλει], care for, practice.
{ "headword": "μελετάω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-1467", "definition": "μελετάω\nμελετήσω, ἐμελέτησα, μεμελέτηκα [μέλει], care for, practice.", "key": "meleta/w", "type": "textpart" }